άγριες ορχιδέες..

άγριες ορχιδέες από την Λακωνία. Οι περισσότερες είναι του γένους Ophrys.. Πολύ όμορφα και ενδιαφέροντα λουλούδια αξίζουν την προσοχή και την προστασία μας.

Advertisements

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Der Nachbar

Είμαι ο γείτονας. Εγώ τον κατήγγειλα.

Στο σπίτι μας δεν θέλουμε

Ταραχοποιούς.

.

Όταν εμείς κρεμάσαμε απ’ έξω τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό

Αυτός δεν κρέμασε τη δικιά του

Κι όταν γι’ αυτό τον προκαλέσαμε

Μας ρώτησε αν στην τρύπα μας

Που μένουμε με τέσσερα παιδιά

Έχει ακόμα χώρο για ένα σημαιοκόνταρο.

Σαν είπαμε πως πάλι πιστεύουμε στο μέλλον

Έβαλε τα γέλια.

.

Τ’ ότι στη σκάλα τον χτυπούσαν

Δεν μας άρεσε, Του σκίσανε τη φόρμα.

Αυτό δεν ήταν αναγκαίο. Φόρμες τόσες πολλές

Κανείς μας δε διαθέτει.

.

Μα τώρα πήρε πόδι τουλάχιστο, και στο σπίτι βασιλεύει ησυχία.

Αρκετές έγνοιες βαραίνουν το κεφάλι μας, πρέπει

Τουλάχιστο να ‘χουμε ησυχία.

.

Βλέπουμε κιόλας πως κάμποσοι άνθρωποι

Γυρνάνε αλλού το βλέμμα σαν μας συναντάνε. Μα,

Αυτοί που ήρθαν και τον πιάσανε, μας λένε

ότι φερθήκαμε σωστά.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

BERTOLT BRECHT

Μετάφραση Νάντια Βαλαβάνη.

ΕΛΠΙΔΑ

Τα όνειρα κρατιούνται από μια κλωστή

Τα γυμνά τοπία από τους ατμούς των

.

Οι πιο ευαίσθητες γραμμές συντρίβονται

.

Φρουρούν τα σώματα εχθροί

Κλείνουν σταυροί τις πεδιάδες

.

Και μόνο εσύ ελπίδα

Έχεις τις πόρτες διάπλατες

.

Με μια ματιά σου γεννιούνται καβαλλάρηδες

.

Φορείς τη λάμψη μιας γιορτής

.

Και μες στη χλόη της φωνής σου

Κατοικούν πουλιά

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΏΤΗΣ

Από τη συλλογή «Χειμερινό ηλιοστάσιο.»

Αυλός

Της παγωνιάς

Λουλούδι

Μοναδικό

.

Πρωί -Πρωί

Θ’ ανέβει

Στον ουρανό

.

Να φιλήσει

.

Τα παιδικά σου

Μάτια

.

Τις κλεμμένες

Πλεξούδες

.

Των μαλλιών σου

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου»

ΕΡΕΙΠΙΑ

Το κλειστό βιβλίο

Το λυπημένο βιολί

Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

.

Που είστε παιδικά μου χέρια

Με λησμονήσατε

Μα δεν μπορώ

Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

.

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται

Καρδιές

Μικρά φώτα

Ο ήχος μιας καμπάνας

Η προσευχή

.

Ακόμα καπνίζουν των ημερών τα ερείπια

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από την συλλογή « Φύλλα ύπνου»

Εργασία..

«To αληθινό βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει εκεί που σταματά η αναγκαιότητα. Εκεί όπου η εργασία δεν μετατρέπεται σε εμπόρευμα, αλλά αποτελεί αυτοσκοπό και μέσο για να εκφράσει ο άνθρωπος τις πλούσιες δημιουργικές του ικανότητες.
Όταν η αναγκαστική εργασία αντικατασταθεί από την δημιουργική εργασία, όταν η ελευθερία του ενός γίνει όρος και προϋπόθεση για την ελευθερία όλων, τότε μέσα στο κλίμα της γενικής ελευθερίας που είναι η ουσία της ανθρώπινης φύσης θα κάνει την εμφάνισή του ο καινούριος τύπος του ολοκληρωμένου φυσικού ανθρώπου»
Καρλ Μαρξ
[από τα Νεανικά Δοκίμια]

ΑΙΣΘΗΣΗ.

Τίποτε πιο αργό και τίποτε

πιο γρήγορο απ’ τη ζωή

Έχει περάσει από πάντα και δεν έχει

έρθει ποτέ

κ’ είναι συνάμα εδώ από πάντα και για πάντα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

Δημοσιευμένα στο περιοδικό «Το δέντρο»

Από το συλλογικό « ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΞΘ

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κυμά- όσο για σήμερα

το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας

τα κλισέ της διαδικασίας, οι ανώνυμες πληροφορίες δια το ποιόν των,

από τι ο καθείς εμφορείτο, πως θα ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας

πολιτισμού,

σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε

με τη Μαιρούλα,

έπειτα δημοσιογραφικές συνήθειες κι η αγόρευση του συνηγόρου

κι η θαρραλέα απολογία, συνήθειες τα σχόλια ωραία μωρέ

τους τάπαν…

Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί

το Κορωπί, την Αίγινα, τον Κορυδαλλό δυνάμει του δελταξιθήτα

ψηφίσματος

όταν εμείς πουλούσαμε, γελάγαμε, κάναμε βόλτα στην παραλία

πειράζαμε κορίτσια

βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει

ότι προέχει η έννομος τάξις και όχι αι αναμοχλεύσεις των παθών,

βγάζαμε δόντια, τρώγαμε σουβλάκια, αγοράζαμε προικιά

σεντόνια- μαξιλάρια,

ήταν μακριά από μας το διξιθήτα, αν και γνωρίζαμε καλά

πως μεταφράζονταν η υποχρέωσις πατάξεως των ολίγων αρνητών

του θαύματος

που αποτελεί το σύγχονό μας κράτος….

Τώρα, τι μας είρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί -πρωί

στο μαγαζί μας,

ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι

απόψε,

ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις- αραιά και που,

και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη-

τί τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που

υποδυθήκαμε

όλα αυτά τα χρόνια , κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοί

είμαστε

εγώ ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,

μικροί ασήμαντοι, χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης

τραγωδίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

ΑΠΌ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΉ «Δ.Ξ.Θ»
Από το συλλογικό <οι ποιητές της Θεσσαλονίκης»

Το κείμενο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα και με την ορθογραφία της καθαρεύουσας. Κράτησα την γραμματική όπως ήταν αλλά όχι τους τόνους, λόγω πληκτρολογίου.


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Απόσπασμα από το « σύννεφο με παντελόνια»

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.

Σήμερα πρέπει

με τη βαριά

ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου,

«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»

κοιτάχτε πως διασκεδάζω

εγώ-

ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος

της πλατείας.

Από σας

που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα

εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου

τον ήλιο βάζοντας μονύελο

στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.

Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος

θα βαδίσω στη γης

και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα

θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

………………………………………

Ει, σεις που σουλατσέρνετε,

βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.

Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,

κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια

να ‘ρθει να χτυπηθεί με κουτουλιές.

……………………………..

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,

σφαδάζει ψοφώντας η δύση.

Όλα πια είναι μια τρέλα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Κ.Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Δευτερόλεπτα του φόβου.

Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως

το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.

Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.

Κλασικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει

το φως και κλείνει τις πόρτες.

Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.

Τα ξέχασε όλα. Τα μόνα που έλεγε όπως χαμένο παιδί

στην ακρογιαλιά: «θα, θα, όταν, θα»,

και προσπαθούσε να κλάψει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

«ΔΕΥΤΕΡΌΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ»