ΕΛΠΙΔΑ

Τα όνειρα κρατιούνται από μια κλωστή

Τα γυμνά τοπία από τους ατμούς των

.

Οι πιο ευαίσθητες γραμμές συντρίβονται

.

Φρουρούν τα σώματα εχθροί

Κλείνουν σταυροί τις πεδιάδες

.

Και μόνο εσύ ελπίδα

Έχεις τις πόρτες διάπλατες

.

Με μια ματιά σου γεννιούνται καβαλλάρηδες

.

Φορείς τη λάμψη μιας γιορτής

.

Και μες στη χλόη της φωνής σου

Κατοικούν πουλιά

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΏΤΗΣ

Από τη συλλογή «Χειμερινό ηλιοστάσιο.»

Advertisements

Αυλός

Της παγωνιάς

Λουλούδι

Μοναδικό

.

Πρωί -Πρωί

Θ’ ανέβει

Στον ουρανό

.

Να φιλήσει

.

Τα παιδικά σου

Μάτια

.

Τις κλεμμένες

Πλεξούδες

.

Των μαλλιών σου

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου»

ΕΡΕΙΠΙΑ

Το κλειστό βιβλίο

Το λυπημένο βιολί

Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

.

Που είστε παιδικά μου χέρια

Με λησμονήσατε

Μα δεν μπορώ

Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

.

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται

Καρδιές

Μικρά φώτα

Ο ήχος μιας καμπάνας

Η προσευχή

.

Ακόμα καπνίζουν των ημερών τα ερείπια

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από την συλλογή « Φύλλα ύπνου»

Μην πεις ποτέ σου….

IMG_8684

 

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή,

Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει

Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου

Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους,

Μην πεις δεν είν’ όμορφη η ζωή.

 

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,

Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουν την επιτύμβια στήλη,

Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.

Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

 

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,

Ούτε οι ανοίξεις θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,

Μόνο ένα σύννεφο καμμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή

Κ’ ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

 

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να μη ζητήσεις

Το χρώμα σου να ξαναδείς μες των αγγέλων το σκιόφως,

Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,

Μην αμελήσεις τ’ουρανού τη γύρη,

Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

 

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,

Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,

Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,

Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

 

Μόνο κατέβα πιο βαθειά, πολύ βαθειά, μέσα στην κοίτη

Της γης, όπου ξαπλώνουν τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,

Ώσπου η βραδιά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί

Το πιο απόκρυφο άστρο της μες την υγρή σου κρύπτη.

 

Κι ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,

Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,

Κι αν είν’ ο ίσκιος σου πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει,

Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

 

Από τη συλλογή «Γέννηση των Πηγών»

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ