Η εξουσία

Ανατολικά της Εδέμ ο Κύριος έβαλε τους φρουρούς του

να φυλάξουν τον απορφανισμένο Παράδεισο

μετά την έξωσή μας.

Ωστόσο πιστεύαμε στη μεγαλοψυχία Του

λέγαμε πως κάποτε θα μας θυμηθεί,

νοσταλγούσαμε την χαμένη μας αθανασία.

Τι μας χρειάζονταν το «πού», το «πώς», το «γιατί;»

.

Τώρα βέβαια μάθαμε πολύ καλά

τι θα πει Εξουσία!

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Είναι πολλοί

Είναι πολλοί που ουρλιάζουνε τις νύχτες

κι άψογοι, την ημέρα, περιφέρονται ανάμεσά μας,

πολλοί μ’ ένα αναμμένο σίδερο μες το μυαλό

κόκκινο σίδερο κάτω απ’ το δέρμα.

Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.

.

Υποθήκη πατρική

Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις

από τη μνήμη σου εντελώς είναι καιρός

να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα

που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,

με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,

τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους,

να τ’ αγαπήσεις

σα να ‘τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια

είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια

που τριγυρίζουν στις γωνιές, να γίνεις φίλος

με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις

σα να ‘ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό

.

Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη

και μόνη η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση-

πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Από τη συλλογή « Μέθοδος αναπνοής»

Ναι

Θεός να μας φυλάει- και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-

Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,

πολλά δε γυρεύουμε- το φαγί μας, το σπιτάκι μας, και κάτι στην άκρη, για την κακιά την ώρα.-

.

Σα μας χτυπούν την πόρτα, δε ρωτούμε «δίκαιος ή άνομος»

δίνουμε σ’ όλους αυτούς που μπορούμε.

Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια μας στους όμοιούς μας.

Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

.

Λέμε πάντα ναι- και στη φωτιά και στο νερό

στο μυλωνά και στον ξωμάχο.

Ναι στον άγιο, ναι στο διάβολο.

.

Ναι κι όταν ναι δεν υπάρχει,

είν’ η φωτιά που πέφτει πια

και μας εξολοθρεύει.

ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ

Από τη συλλογή «Ελεεινόν θέατρον»

Ars poetica

30208771820_9bb753866c_o

Απάντηση στον Archibald Macleish

 

Το ποίημα δεν είναι σαν τα φύλλα

που ο άνεμος σέρνει στους δρόμους.

Δεν είναι η ακίνητη θάλασσα,

το αραγμένο καράβι.

Δεν είναι ο γαλάζιος ουρανός

και η καθαρή ατμόσφαιρα.

Το ποίημα είναι ένα καρφί

στην καρδιά του κόσμου.

Ένα φωτεινό μαχαίρι

μπηγμένο κάθετα στις πόλεις.

Το ποίημα είναι σπαραγμός.

Κομμάτι γυαλιστερό μέταλλο,

πάγος, σκοτεινή πληγή,

το ποίημα είναι σκληρό,

-πολυεδρικό διαμάντι.

Συμπαγές- λαξευμένο μάρμαρο.

Ορμητικό- Ασιατικός ποταμός.

Το ποίημα δεν είναι φωνή,

πέρασμα πουλιού.

Είναι πυροβολισμός

στον ορίζοντα και στην ιστορία.

Το ποίημα δεν είναι άνθος που μαραίνεται.

Είναι βαλσαμωμένος πόνος.

 

Από τη συλλογή « Μετοικεσία»

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

 

 

 

Μην πεις ποτέ σου….

IMG_8684

 

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή,

Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει

Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου

Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους,

Μην πεις δεν είν’ όμορφη η ζωή.

 

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,

Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουν την επιτύμβια στήλη,

Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.

Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

 

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,

Ούτε οι ανοίξεις θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,

Μόνο ένα σύννεφο καμμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή

Κ’ ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

 

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να μη ζητήσεις

Το χρώμα σου να ξαναδείς μες των αγγέλων το σκιόφως,

Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,

Μην αμελήσεις τ’ουρανού τη γύρη,

Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

 

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,

Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,

Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,

Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

 

Μόνο κατέβα πιο βαθειά, πολύ βαθειά, μέσα στην κοίτη

Της γης, όπου ξαπλώνουν τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,

Ώσπου η βραδιά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί

Το πιο απόκρυφο άστρο της μες την υγρή σου κρύπτη.

 

Κι ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,

Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,

Κι αν είν’ ο ίσκιος σου πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει,

Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

 

Από τη συλλογή «Γέννηση των Πηγών»

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ