ΑΙΣΘΗΣΗ.

Τίποτε πιο αργό και τίποτε

πιο γρήγορο απ’ τη ζωή

Έχει περάσει από πάντα και δεν έχει

έρθει ποτέ

κ’ είναι συνάμα εδώ από πάντα και για πάντα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

Δημοσιευμένα στο περιοδικό «Το δέντρο»

Από το συλλογικό « ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΞΘ

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κυμά- όσο για σήμερα

το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας

τα κλισέ της διαδικασίας, οι ανώνυμες πληροφορίες δια το ποιόν των,

από τι ο καθείς εμφορείτο, πως θα ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας

πολιτισμού,

σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε

με τη Μαιρούλα,

έπειτα δημοσιογραφικές συνήθειες κι η αγόρευση του συνηγόρου

κι η θαρραλέα απολογία, συνήθειες τα σχόλια ωραία μωρέ

τους τάπαν…

Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί

το Κορωπί, την Αίγινα, τον Κορυδαλλό δυνάμει του δελταξιθήτα

ψηφίσματος

όταν εμείς πουλούσαμε, γελάγαμε, κάναμε βόλτα στην παραλία

πειράζαμε κορίτσια

βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει

ότι προέχει η έννομος τάξις και όχι αι αναμοχλεύσεις των παθών,

βγάζαμε δόντια, τρώγαμε σουβλάκια, αγοράζαμε προικιά

σεντόνια- μαξιλάρια,

ήταν μακριά από μας το διξιθήτα, αν και γνωρίζαμε καλά

πως μεταφράζονταν η υποχρέωσις πατάξεως των ολίγων αρνητών

του θαύματος

που αποτελεί το σύγχονό μας κράτος….

Τώρα, τι μας είρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί -πρωί

στο μαγαζί μας,

ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι

απόψε,

ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις- αραιά και που,

και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη-

τί τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που

υποδυθήκαμε

όλα αυτά τα χρόνια , κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοί

είμαστε

εγώ ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,

μικροί ασήμαντοι, χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης

τραγωδίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

ΑΠΌ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΉ «Δ.Ξ.Θ»
Από το συλλογικό <οι ποιητές της Θεσσαλονίκης»

Το κείμενο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα και με την ορθογραφία της καθαρεύουσας. Κράτησα την γραμματική όπως ήταν αλλά όχι τους τόνους, λόγω πληκτρολογίου.


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Απόσπασμα από το « σύννεφο με παντελόνια»

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.

Σήμερα πρέπει

με τη βαριά

ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου,

«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»

κοιτάχτε πως διασκεδάζω

εγώ-

ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος

της πλατείας.

Από σας

που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα

εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου

τον ήλιο βάζοντας μονύελο

στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.

Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος

θα βαδίσω στη γης

και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα

θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

………………………………………

Ει, σεις που σουλατσέρνετε,

βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.

Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,

κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια

να ‘ρθει να χτυπηθεί με κουτουλιές.

……………………………..

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,

σφαδάζει ψοφώντας η δύση.

Όλα πια είναι μια τρέλα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Κ.Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Δευτερόλεπτα του φόβου.

Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως

το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.

Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.

Κλασικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει

το φως και κλείνει τις πόρτες.

Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.

Τα ξέχασε όλα. Τα μόνα που έλεγε όπως χαμένο παιδί

στην ακρογιαλιά: «θα, θα, όταν, θα»,

και προσπαθούσε να κλάψει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

«ΔΕΥΤΕΡΌΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ»


σύννεφο με παντελόνια.

παραθέτω ένα απόσπασμα που μου αρέσει ιδιαίτερα, από το σύννεφο με παντελόνια του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου.

Εμείς

οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών

όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα

Εμείς

είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς

που το ξεπλύνανε μαζί κι οι θάλασσες κι ο ήλιος.

Στα παλιά μας τα παπούτσια κι αν δε βρίσκονται

στους Όμηρους και στους Οβίδιους

ανθρώποι σαν κι εμάς, βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς

καθένας από μας,

κρατάμε μέσα στη γροθιά μας

τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

… … … … …

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,

διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,

διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,

βλέπω να καταφτάνει

των πεινασμένων στρατηλάτης

φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης

το 1916.

Κι ανάμεσά μας είμαι εγώ

ο Πρόδρομός του,

κι είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.

Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων

έχω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.

Κι όταν

τον ερχομό του διαλαλώντας

ανταριασμένοι

θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,

εγώ για σας θα ξερριζώσω την καρδιά μου

θα την ποδοπατήσω

κι έτσι μεγαλωμένη

και καταματωμένη

θα σας τη δώσω για σημαία.


Για τη νέα χρονιά..

Άλλη μια πολύ κακή χρονιά έφυγε, άλλη μια ήρθε πολύ δυσοίωνη κι αυτή καθώς φαίνεται. Τι είχαμε το ’18; Πολέμους, δολοφονίες αθώων, ρατσισμό, άνοδο του φασισμού σε όλα τα επίπεδα. Γι’ αυτό κρατήστε καθαρό μυαλό, δύναμη και ετοιμότητα για ν’ αντιμετωπίσουμε όλα όσα προμηνύονται. Κρατήστε ψηλά το Α κεφαλαίο. Το Α της αλληλεγγύης, της αδελφοσύνης , της αγάπης, της αξιοπρέπειας.. Και πάνω από όλα κρατήστε δυνατή τη φωνή σας. Μιλάτε παντού και πάντα, δεν μας παίρνει άλλο.

αδελφοσύνη, 3

βροντοχτυπάει την πόρτα μας
ο θάνατος στο λέω για τελευταία φορά
δεν έχει τόπο εδώ για διακοσμητικά φυτά
δεν έχει χρόνο για συστάσεις
κι αυτό το διψασμένο χέρι
που σου απλώνω αδίσταχτα
σφίξτο αν θέλεις στη γροθιά σου
ή ζέστανέ το με το χνώτο σου
κι αν λείπουν νύχια
αν λείπουν δάχτυλα ολόκληρα
δικαίωμα δεν έχεις να το αρνηθείς

Τόλης Νικηφόρου.

Με τη φωτιά στα μάτια 1982.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ

IMG_9995

Είμαι ο χρόνος κι είμαι μες το χρόνο

Είμ’ ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια

Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο

Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ

1978

ΤΟ ΑΣΤΡΟ.

IMG_8855

Το ξανθό κεφάλι της

τα ξεβαμμένα χείλια της

η σιωπή της

και λίγο σάλιο που έτρεχε

από το άστρο

το σφύριγμα

το άγριο άστρο που ανοιγόκλεινε

το μάτι του

κι έβλεπε τον Ουρανό

κι έλεγε:

Θα τόνε κάψω!

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΛΑΡΗ.

IMG_5251

Κόρδοβα

Μακρινή και μόνη.

 

Άλογο μαύρο,μεγάλο φεγγάρι

κι ελιές μες στο δισάκι μου

Μ’ όλο που ξέρω τους δρόμους

ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα.

 

Μες στον κάμπο, μες στον άνεμο,

άλογο μαύρο, κόκκινο φεγγάρι.

Ο θάνατος με κοιτάζει

πάνω απ’ τους πύργους της Κόρδοβα

 

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος!

Αχ, το καλό μου αλογάκι!

Κι ο θάνατος, αχ, που με προσμένει,

προτού να φτάσω στην Κόρδοβα!

 

Κόρδοβα,

μακρινή και μόνη.

 

Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης.

FEDERICO GARCIA LORCA.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1921-1924

 

Ars poetica

30208771820_9bb753866c_o

Απάντηση στον Archibald Macleish

 

Το ποίημα δεν είναι σαν τα φύλλα

που ο άνεμος σέρνει στους δρόμους.

Δεν είναι η ακίνητη θάλασσα,

το αραγμένο καράβι.

Δεν είναι ο γαλάζιος ουρανός

και η καθαρή ατμόσφαιρα.

Το ποίημα είναι ένα καρφί

στην καρδιά του κόσμου.

Ένα φωτεινό μαχαίρι

μπηγμένο κάθετα στις πόλεις.

Το ποίημα είναι σπαραγμός.

Κομμάτι γυαλιστερό μέταλλο,

πάγος, σκοτεινή πληγή,

το ποίημα είναι σκληρό,

-πολυεδρικό διαμάντι.

Συμπαγές- λαξευμένο μάρμαρο.

Ορμητικό- Ασιατικός ποταμός.

Το ποίημα δεν είναι φωνή,

πέρασμα πουλιού.

Είναι πυροβολισμός

στον ορίζοντα και στην ιστορία.

Το ποίημα δεν είναι άνθος που μαραίνεται.

Είναι βαλσαμωμένος πόνος.

 

Από τη συλλογή « Μετοικεσία»

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ