ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

θάλασσα

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται

ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά

και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,

τους φίλους και τους συγγενείς που

τους θρηνούν.

Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο

ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε

τους πνιγμένους, καθώς και τους

φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

1998

Advertisements

il faut passer le temps

IMG_5494

On croit qu’ il est facile

de ne rien faire du tout

au fond c’est difficile

c’est difficille comme tout

il faut passer le temps

C’est tout un travail

Il faut passer le temps

C’ est un travail de titan

Ah!

Du matin au soir

je ne faisais rien

Rien!

Ah! quelle drôle de chose

Du matin au soir

Du soir au matin

Je faisais la même chose

Rien!

Je ne faisais rien

J’avais les moyens

Ah! Quelle triste histoire

J’aurais  pu tout avoir

Oui

Ce que j’ aurais voulu

Si je l’ avais voulu

Je l’ aurais eu

Mais, je n’ avais envie de rien

Rien

Jacques Prévert

Histoires

Éditions Gallimard

 

Με αφορμή τα 75 χρόνια Θεσσαλονίκη- Άουσβιτς.

 

27247777684_d08430bac3_z

Άουσβιτς:
Ελεγείο σε μια ξανθή κοτσίδα

Λεν πως στους πύργους της Σκωτίας τη νύχτα
τα φαντάσματα των παλιών καιρών πλανιούνται.
Όμως τώρα, καθώς με ανταριασμένο πνεύμα,
στο στρατόπεδο αυτό της φρίκης περιφέρομαι,
αντιλαμβάνομαι πως στους δικούς μας τους καιρούς
τα φαντάσματα περπατούνε και τη μέρα.
Μικρή Ραχήλ, αν το δικό σου φάντασμα
δεν μπορεί να το ιδεί κανείς απ’ όλους τούτους
τους αργόσχολους γυρολόγους, που γεμίζουν
με την ανία τους τα μουσεία του κόσμου,
εγώ, μονάχα εγώ έχω το βαρύ προνόμιο,
βυθισμένος στην έκστασή μου, ν’ αντικρίζω
την οπτασία σου, στην απαίσια αυτή βιτρίνα,
όπου μαζί στοιβάζονται πόνος και φρίκη.
Γιατί μονάχα εγώ, σ’ ευφρόσυνες παλιές ημέρες,
που τώρα ανάμνηση πικρή έχουν γίνει μέσα μου,
τη θέρμη της θωπείας μου είχα μεταγγίσει
πάνω στην πλούσια χρυσαφένια κόμη σου.
Μικρή Ραχήλ, να ’ναι άραγε τα μάτια μου,
που δεν μπορούν να ιδούνε τα δικά σου μάτια,
έτσι καθώς σ’ αχλύν οδύνης κολυμπούνε;
Αλλά τότε, πώς βλέπουν τα ίδια τούτα μάτια,
μεσ’ απ’ την ίδια αχλύ, στην ίδια αυτή βιτρίνα,
τη χρυσαφένια κόμη σου, απλωμένη επάνω
σε φριχτούς σωρούς άλλων γυναικείων βοστρύχων;
Αλίμονο, πρέπει να το δεχθώ: Τα μάτια σου
εξατμισθήκαν στου κρεματορίου τη φλόγα.
Σμίξαν με τους ατμούς άλλων πολλών ματιών,
που είχαν κάποτε πλανηθεί μες στ’ όνειρο.
Δύναμη μυστική με σπρώχνει τώρα να συντρίψω
το κρυστάλλινο φράγμα, μπρος σ’ αυτό το ανίδεο
πλήθος,
που vα βλέπει μπορεί μονάχα γυναικών βοστρύχους,
δίχως την άλλη καν να υποψιάζεται ύπαρξή τους.
Μα εγώ, που αισθάνομαι έντονα την παρουσία σου,
όχι πια με τη λάμψη των αλλοτινών ματιών σου,
αλλά με το φωσφορισμό της οπτασίας σου μόνο,
την ξανθή σου κοτσίδα θέλω ν’ ανασύρω
μεσ’ από τούτο το φριχτό μακάβριο στοίβαγμα,
για να την ξαναβάλω, με την ίδια θέρμη,
μικρή Ραχήλ, στο κουρεμένο σου κεφάλι.

Αλλά οι στριγγές φωνές του πλήθους, που δε βλέπει
παρά μονάχα αυτό στα μάτια του που φαίνεται,
την οπτασία σου αρπάξαν απ’ την έκστασή μου.
Κι άφησαν στη βιτρίνα την ξανθή κοτσίδα σου
να διαλαλεί, με τη δική της τώρα γλώσσα,
πόσο μεγάλος είναι ο πόνος των ανθρώπων,
πόσο είναι ανίερο το άγος της γενοκτονίας.
Τώρα στοχάζομαι πως πάντοτε δεν είναι
ακάνθινος ο στέφανος του μαρτυρίου.
Μπορεί και με ξανθές κοτσίδες να πλεχθεί
απ’ τις μικρές Ραχήλ όλου του κόσμου.

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ

Από το συλλογικό: ελληνική ποιητική ανθολογία για το Ολοκαύτωμα.

 

Για 5η συνεχόμενη χρονιά θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 19 Μαρτίου 2017, η πορεία μνήμης “Θεσσαλονίκη – Άουσβιτς, Ποτέ Ξανά –74 χρόνια από την αναχώρηση του πρώτου συρμού για το στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου για τους Θεσσαλονικείς Εβραίους, θύματα του Ολοκαυτώματος”.  Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – εξόντωσης χάθηκαν πάνω από 50.000 Θεσσαλονικείς Εβραίοι.

Στις 15 Μαρτίου 1943 ξεκίνησε το πρώτο τρένο, για να μεταφέρει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Άουσβιτς και στο Μπιρκενάου της Πολωνίας 50.000 Εβραίους από τη Θεσσαλονίκη. Στο πρώτο δρομολόγιο μπήκαν 2.800 άτομα της συνοικίας Βαρόνου Χιρς, που ήταν δίπλα στον σταθμό. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι και μεγαλύτεροι σε ηλικία, στοιβάχτηκαν σε ανοιχτά βαγόνια, που μέχρι τότε μετέφεραν ζώα και εμπορεύματα. Χωρίς καν τα στοιχειώδη, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκαν προς εξόντωση στα κρεματόρια. Από τις δεκάδες χιλιάδες άτομα που επιβιβάστηκαν στα τρένα, επέστρεψαν μόνο 1950. Η Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης ήταν μια από της μεγαλύτερες στην Ευρώπη και η μεγαλύτερη Σεφαραδιτών Εβραίων με μακράν ιστορία στη πόλη.

ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

IMG_4859

Ι

Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα

σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια

από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι

πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες

απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά

μιλούνε – φίλοι μου – μιλούνε σαν ανθρώποι

κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν

τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά

και μια μία ανοίγουν τα φτερά

οι σκυθρωπές μορφές

ενός χαμένου κόσμου

ΙΙ

Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου

απλώνω το χέρι ξεριζώνω

τα δέντρα και τους θάμνους του

τους στύλους τους ηλεχτρικούς

αυτά τα πονεμένα δόντια

μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

 

Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά

είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;

μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ

κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

 

 

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα

χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους

απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν

 

Σήμερα

κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό

κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού

γιατί αύριο θα στεγνώσει

 

Αύριο δεν θα βλέπετε πια τίποτα

 

ΙΙΙ

Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό

ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες

σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού

κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος

μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

 

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες

αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945

 

Χιόνι.

24097632176_3bf9384c86_c

Οι πέτρες στοχάζονται
Κι εσύ ψαρεύεις λύπες σκυφτός.
Πάνω από την απόγνωση το πηγάδι
Ο πάγος φυλάει το τζάμι
Καθηγητές κραδαίνουν λάφυρα
Γνώσης λειψής
Το τρένο σφυρίζει τρόμο
Πάνω στις γέφυρες
Και τα ξωτικά
Ζητάνε καταφύγιο
Στις λίμνες του μυαλού μου
Ανασταίνεται η μνήμη
Ψήγματα χρυσωρυχείου χρυσανθέμων
Πλουτίζουν λαθρόχειρες κηπουρούς
Κι εφοπλιστές βλέπουν ανέλπιδα
Τα πλοία τους να ναυαγούν
Σε θάλασσες γαλήνιες
Το υποσχέθηκα στα σύννεφα
Πως θα γυρίζω μόνη
Να βλέπω ντουβάρια φυλακών
Να γκρεμίζονται
Μ’ εκρηχτικά φτιαγμένα
Από νύμφες
Άντη Μιχαλοπούλου

Το παραπάνω ποίημα της κ. Άντης Μιχαλοπούλου δημοσιεύεται με άδεια της ιδίας..

Παραβολή

 

IMG_4858

Κράτησα τη ζωή μου

μπρος στα μάτια μου

σαν το καλειδοσκόπιο

που το στριφογυρίζεις

μάταια πασχίζοντας

τα σχήματα που πέρασαν

να επαναλάβεις.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1973

Χρόνος.

IMG_4890

κι όταν θα πεθάνω θα ‘θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

(Φύλλα Ημερολογίου)

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ.

IMG_4490

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί,

με μια σκιά μονάχα

κι ένα μόνο πουλί.

 

Ψάχνω στη σάρκα μου

τα ίχνη των χειλιών σου.

Φίλησε το νερό τον άνεμο

χωρίς να τον αγγίξει.

 

Φέρνω το Όχι που μου πρόσφερες

μες του χεριού μου την παλάμη

σαν κέρινο λεμόνι

άσπρο σχεδόν.

 

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί

Στο κεφαλάκι της καρφίτσας

γυρνάει ο έρωτάς μου.

 

FEDERICO GARCIA LORCA

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ.

IMG_4379

 

Κοιμισμένο πηγάδι

σιγανό

και σπασμένο βιβλίο

το χέρι μου άγγιζε ψηλά την

κάλτσα σου

κοντά στ’ όνειρό της

η γλώσσα μου σκεφτότανε τα

δόντια σου

το χέρι μου αγαπούσε το θάνατο

το άλλο μου χέρι ήταν από κερί

και έλιωνε

τα μάτια σου ήταν από κερί

και έλιωναν

κι έξω ήταν νύχτα

και έβρεχε

κοιμισμένο πηγάδι

σιγανό

και σπασμένο βιβλίο.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ.

«ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952»