The flower

burn it blue

 

 

  • Aleksandr Pushkin

    The Flower

    The flower, very dry and scentless,
    I see in the forgotten book;
    And now, with the strangest fancies,
    Is filled my soul’s every nook.

    Where and in which spring was it grown?
    And how long? By whom was cut?
    By a hand known or unknown?
    And why was put this page behind?

    To the recall of the love-talking,
    Or separation forced by fate,
    Or quiet and alone walking
    In the fields’ silence and woods’ shade?

    Is he alive? And his sweet lady?
    And where is now their little nook?
    Or maybe they had both faded,
    Like this strange flower in this book?

 

Advertisements

Primo Levi, Τρία ποιήματα

from here:

Primo Levi, Τρία ποιήματα

 

ΚΑΤΑΠΛΟΥΣ (ή Η ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ)

Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπιασε λιμάνι
Ποὺ ἀφήνει πίσω του πελάγη, τρικυμίες
Πού ̓χει τὰ ὄνειρά του ἀγέννητα ἤ, νεκρὰ
Καὶ κάθεται νὰ πιεῖ στὸ καπηλειὸ τοῦ Μπρέμα
Σιμὰ στὴν παραστιὰ κι ὁλόγιομος εἰρήνη.
Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος σβηστὴ φλόγα ποὺ μοιάζει
Ἄμμος ποὺ μοιάζει ποταμίσιας ὄχθης
Ποὺ τὸ φορτίο τ’ ἀπόθεσε κι ἔχει τὸ μέτωπο καθάριο
Καὶ ποὺ στῆς δημοσιᾶς τὸ χεῖλος ξαποσταίνει.
Δὲν φοβᾶται, δὲν ἐλπίζει μήτε προσδοκᾶ,
Μόνο καρφώνει τὰ μάτια
στὸν ἥλιο, ποὺ φεύγει

***

ΔΕΥΤΕΡΑ

Τί εἶναι ἀπὸ ἕνα τραῖνο θλιβερότερο;
Ποὺ φεύγει ὅταν πρέπει, ποὺ
Δὲν ἔχει παρὰ μιὰ φωνὴ μονάχα
Ποὺ δὲν ἔχει παρά, ἕναν δρόμο.
Τίποτα θλιβερότερο ἀπὸ ἕνα τραῖνο.
Ἴσως ἕνα ἄλογο ποὺ τό ̓χουνε νὰ κουβαλάει.
Δεμένο μὲ τὴ λαιμαριά του
Ἀνήμπορο ἀκόμη καὶ στὸ πλάι νὰ κοιτάξει.
Προχωρῶ, ἡ ζωή του.
Κι ἕνας ἄνθρωπος;
Ἕνας ἄνθρωπος, δὲν εἶναι θλιβερός;
Ἂν γιὰ καιρό, ζεῖ μοναχός του
Ἂν πὼς ὁ χρόνος, τέλειωσε πιστεύει
Θλιβερὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι

17 Ἰανουαρίου τοῦ 1946.

***

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΙΟΥ

«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.

*Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης

**Ο Primo Levi γεννήθηκε τὸ 1919. Ἦταν Ἰταλοεβραῖος συγγραφέας καὶ ποιητής. Τὸ 1943 φυλακίστηκε στὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης τοῦ Ἄουσβιτς. Τὶς ἐμπειρίες του ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Ἄουσβιτς τὶς κατέγραψε στὸ δημοφιλέστερο ἔργο του, τὸ Ἐάν αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πέθανε αὐτοκτονώντας τὸ 1987.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιιοδικό “Νέο Επίπεδο” τεύχος 41/1, Απρίλης 2014.

Τοπία

IMG_1360

paysages pour courir les plaies, l’acier , l’éclat, le mal,
l’époque, la corde au cou, la mobilisation,
Paysages pour abolir les cris.
Paysages comme on se tire  un drap sur la tête

 

Τοπία για να τρέξουν οι πληγές, τ’ ατσάλι, η λάμψη, ο πόνος,

η εποχή, ο κόμπος στο λαιμό, η κίνηση,.

Τοπία για να καταργηθούν οι κραυγές.

Τοπία όπως τραβάμε ένα σκέπασμα πάνω στο κεφάλι.

Henri Michaud, « Peintures»

Bertolt Brecht

IMG_1342

 

Epitaph  für M.

Επιτάφιος για τον Μ.

 

 

Ξέφυγα από τους καρχαρίες

και νίκησα τους τίγρεις

μ’ έφαγαν όμως οι κοριοί.

ΕΞΟΡΙΑ ΗΠΑ 1941-1947

 

Για την Ελένα Βάϊγκελ

Für Helene Waigel

 

Και τώρα έβγα με βήμα ανάλαφρο

στης ερειπωμένης πολιτείας την παλιά σκηνή

γεμάτη υπομονή μα και αμείλικτα

το σωστό δείχνοντας.

 

 

Στο ανόητο παράβαλε τη σοφία

στο μίσος τη φιλία

στο γκρεμισμένο σπίτι δείξε

το λαθεμένο σχέδιο.

Μα σ’ αυτούς που δε μαθαίνουν

δείξε με κάποια ελπίδα

το καλό σου πρόσωπο.

ΓΥΡΙΣΜΟΣ 1948-1956

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ.

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ήταν μια όμορφη γωνιά

μια όμορφη μέρα

με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε

βαθιά ο ήλιος έβγαινε

κι ύστερα χάνοταν παράξενα

ήταν μια όμορφη γωνιά μια όμορφη μέρα

μέσα στο θάνατό μου

πετούσαν πεταλούδες

κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε

κι ύστερα

χάνονταν έσβηνε

παντοτινά.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ.

«ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962»

ΕΧΩ ΠΟΘΗΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ

IMG_7662

Έχω ποθήσει να ξεφύγω

απ’ τη μανία του τετριμμένου ψέματος

και των παλιών τρόμων το αδιάκοπο κλάμα

γερνώντας πλέον φοβερά καθώς η μέρα

πάνω απ’ το λόφο τραβά για το πέλαο το βαθύ.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω

απ’ των χαιρετισμών τη συνεχή επαναφορά,

γιατί στοιχειά ο άνεμος είναι γεμάτος

και στοιχειωμένος αντίλαλους το χαρτί,

σημάδια και καλέσματα η βροντή.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω μα φοβούμαι

λίγη ζωή περισωμένη αν ξεπηδούσε

απ΄το παλιό το ψέμα που ανάβει καταγής,

ανάερα σκάζοντας, θα μπορούσε μισότυφλο να με αφήσει.

Μήτε απ΄τον τρόμο τον αρχαίο της νυκτός,

το βγάλσιμο του καπέλου,

τα χείλη τα σμιγμένα στο ακουστικό.

Θα πέσω στα χέρια του θανάτου.

Από τούτα δεν με νοιάζει να πεθάνω:

Μισά ψέματα, μισά συμβάσεις

DYLAN THOMAS

«ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΠΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ.» 1988
Εκδότης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
Μετάφραση Μπλάνας Γιώργος.

Η πληγωμένη Άνοιξη.

IMG_7354

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της

οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους

και η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρύφαλα

συνάζει στάλα στάλα το αίμα

από όλες τις σημαίες που πονέσανε

από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν

για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος

μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα’ ρχεται ένα σύννεφο

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ‘ρχεται ένα ξίφος

το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρύφαλα

το ξίφος θα θερίζει το κορμί της.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

 

ΣΕΡΕΝΑΤΑ

IMG_9922

 

(Αφιέρωμα στον Λόπε δε Βέγα)

 

 

Στου ποταμιού τις όχθες

βρέχεται η νύχτα

και στα στήθια της Λολίτας

πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Η νύχτα τραγουδάει γυμνή

πάνω απ’ τις γέφυρες του Μάρτη.

Πλένει η Λολίτα το κορμί της

μ’ αρμυρό νερό και νάρδους.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Η νύχτα η καμωμένη από γλυκάνισο κι ασήμι

λάμπει πάνω στις σκεπές.

Ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες.

Γλυκάνισο των άσπρων μηρών σου.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

FEDERICO GARCIA LORCA

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

ΣΙΩΠΗ

IMG_9010

Παράθυρο κλειστό

το πρόσωπό σου

και οι ρυτίδες,

που το μέτωπό σου χάραζαν

γρίλλιες μισανοιγμένες.

Έσκυψα τάχα

για να πάρω ένα φιλί

κι είδα το λογισμό σου

έναστρο ουρανό.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΟΝΕΙΡΑ ( ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966)