Τα χέρια, ο δίσκος της αγάπης.

_MG_2329

Ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες

                                που χάθηκαν

ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες

                                που κέρδισαν

                                γυρίζουν

                                σα δίσκος πικ απ

μαζεύουν τα όνειρα στις γωνιές των  δρόμων

και τους βάζουν φωτιά

μαλλιά κρέμονται ακόμα και ήλιοι που άσπρισαν

πέφτουν τρίζοντας ο ένας μετά από τον άλλο

φεγγάρια τρυπούν ξαφνικά κι από μέσα….

(φεγγάρια- είπα- όχι κουφάρια)

…κι από μέσα βγαίνουν κεφάλια

ά, να το κεφάλι σου, αγάπη μου

πόσα χρόνια είχα να το ιδώ

ά, να το φεγγάρι σου, αγάπη μου

πόσα χρόνια είχα να του πιάσω το χέρι

 

τώρα φεγγάρια δεν έχουν δυο

δεν έχουν πέντε, εκατό

χιλιάδες χέρια

χάθηκε η αγάπη μου

με τους στρατιώτες κουρασμένους

τους ήλιους

τα φεγγάρια

βελόνα-καρδιά

πώς να παίξει ένα δίσκο

 

σπασμένο

σπασμένο

σπασμένο

 

εδώ και χιλιάδες χρόνια

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ 1980

Εαρινή ισημερία και παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα.

Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα του Marc  Shagale «ο βιολιστής»

Ώ ΣΕ ΠΟΙΑΝ ΆΝΟΙΞΗ.

Η φωτογραφία είναι από την συλλογή μου « το ταξίδι μέσα μας»

‘Ω σε ποιαν Άνοιξη

ποιο τραγούδι χιονισμένο

ανοίγει τα μεγάλα μάτια του

.

Πουλιά με γαλάζια μαύρα φτερά

μια λάμψη από παγωνιά

αθάνατη

γυαλιστερή σα μαχαίρι

ώ απέραντα παιδικά μου

xρόνια

ώ απέραντή μου τώρα

με αίμα

νεότητα.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΣΦΡΑΓΙΔΑ Η’ Η ΌΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ.

ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ

Ο Φραντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια

τώρα μες τον τάφο του

δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.

Κάθε βράδυ βγαίνει

και δεν γνωρίζει πια αυτή την Πράγα.

Ρωτάει για κάποιον Κάφκα

δεν τον γνωρίζουμε, λένε

για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ

και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.

Όχι του λένε ο Choucas το πουλί

έχει χρόνια να φανεί σ’ αυτή

την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

«Kavka: Choucas, το πουλί από το οποίο πήραν το όνομα οι Κάφκα.

Το είχε σαν έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα.»

Κάποτε οι γυναίκες

Κάποτε μέσ’ απ’ το σύννεφο βγαίνει ένα πουλί

περνάει πάνω από τα σπίτια και κατεβαίνει στην πόλη

άλλοτε χρόνια έμεινε φυλακισμένο μες το φεγγάρι

γι’ αυτό κι είναι πολύ πικραμένο πολύ λαμπερό

μ’ ένα μονάχα όμορφο γυναικείο μάτι.

Μέσ’ απ’ το σύννεφο κατεβαίνει μες τη βροχή

περνάει σα φάντασμα πάνω από τα σπίτια

στο δρόμο το κράζουν πουλί πουλί της βροχής

δε στέκεται πουθενά γιατί αν σταθεί

χιλιάδες σκορπισμένα δάχτυλα το δείχνουν

γιατί είν’ ένα πουλί σκληρό που βάφτηκε μ’ αίμα

π’ αγριεμένο στην πόλη κατεβαίνει με τη βροχή

κι ένα πανέμορφο έχει γυναικείο μάτι.

—–

Γι αυτό και οι γυναίκες ταράζονται μόλις το δουν

άλλες όμως το κρύβουν μες τους καθρέφτες τους

άλλες το κρύβουν σε βαθιά συρτάρια

κι άλλες βαθιά μες το σώμα τους

έτσι δε φαίνεται

δεν το βλέπουν οι άντρες που τις χαϊδεύουν το βράδυ

ούτε το πρωί σα ντύνονται μπροστά στον καθρέφτη

δεν το βλέπουν

γιατί είναι ένα πουλί πολύ πικρό πολύ λαμπερό

πολύ φοβισμένο.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

ΤΟ ΘΑΥΜΑ.

IMG_9198

Νύχτα ήταν

και λαλούσαν τα κοκόρια

καρφωμένα γύρω γύρω

σ’ ένα φεγγάρι

από μπαμπάκι φωσφορικό.

 

όλοι προσμέναν το θαύμα

γιατί κάποιο θαύμα

θα γινόταν απόψε

στην καρδιά του βιολιού

 

Όμως κι οι τρεις κοπέλες

ήρθαν μαυροντυμένες

κρατώντας την άδεια θήκη του βιολιού

 

Κλαίγαν και λέγαν

πως κανένα θαύμα

τώρα πια δεν γίνεται

στον ουρανό.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

ΤΟ ΑΣΤΡΟ.

IMG_8855

Το ξανθό κεφάλι της

τα ξεβαμμένα χείλια της

η σιωπή της

και λίγο σάλιο που έτρεχε

από το άστρο

το σφύριγμα

το άγριο άστρο που ανοιγόκλεινε

το μάτι του

κι έβλεπε τον Ουρανό

κι έλεγε:

Θα τόνε κάψω!

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

θάλασσα

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται

ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά

και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,

τους φίλους και τους συγγενείς που

τους θρηνούν.

Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο

ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε

τους πνιγμένους, καθώς και τους

φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

1998

Η λησμονημένη.

 

30094478013_a4bc568492_cVI

H λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε

η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε

η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε

η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε

η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε

η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε

η λησμονημένη είναι η πληγή που ανατρίχιασε

η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε

η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε

η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε

η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ 1945

ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

IMG_4859

Ι

Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα

σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια

από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι

πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες

απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά

μιλούνε – φίλοι μου – μιλούνε σαν ανθρώποι

κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν

τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά

και μια μία ανοίγουν τα φτερά

οι σκυθρωπές μορφές

ενός χαμένου κόσμου

ΙΙ

Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου

απλώνω το χέρι ξεριζώνω

τα δέντρα και τους θάμνους του

τους στύλους τους ηλεχτρικούς

αυτά τα πονεμένα δόντια

μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

 

Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά

είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;

μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ

κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

 

 

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα

χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους

απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν

 

Σήμερα

κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό

κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού

γιατί αύριο θα στεγνώσει

 

Αύριο δεν θα βλέπετε πια τίποτα

 

ΙΙΙ

Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό

ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες

σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού

κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος

μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

 

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες

αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945