Για την ελευθερία………

Σερφάροντας στο internet έπεσε το μάτι μου σ’ ένα κείμενο του Kahlil Gibran κι έφερε στο μυαλό μου ένα βιβλίο που ήταν δώρο φίλης που εκτιμώ ιδιαίτερα .Ο Kahlil Gibran ήταν ένας Λιβανέζος ζωγράφος ,ποιητής και στοχαστής γεννήθηκε το 1883 και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1931 .Έγραψε στ’ αραβικά αλλά και στ’ αγγλικά προσπαθώντας μέσα από το έργο του να ενώσει την αραβική κληρονομιά με τον δυτικό πολιτισμό.Δεν ήταν ούτε επαναστάτης ούτε και προφήτης .Ήταν ένας άνθρωπος όπως όλοι μας και ο τρόπος γραφής του είναι μια προσπάθεια στο να μας κάνει να σκύψουμε μέσα μας να βρούμε την χαμένη μας ανθρωπιά.Κάποιες σκέψεις του έχουν ενδιαφέρον .Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του «ο Προφήτης» με τίτλο «Για την ελευθερία»

Και ένας ρήτορας είπε:Μίλησέ μας για την ελευθερία.

Και αυτός απάντησε:

Στην πύλη της πόλης και στην εστία του σπιτιού σας ,σας είδα να σκύβετε ταπεινά στο χώμα και να προσκυνάτε την ελευθερία σας.

Σαν σκλάβοι που εξευτελίζονται μπροστά στον τύραννο που τους σφάζει και τον δοξάζουν.

Ναι ,ακόμη και στο άλσος του ναού,και στη σκιά του κάστρου,είδα τους πιο ελεύθερους από σας ,να φορούν την ελευθερία τους σαν ζυγό και χειροπέδη.

Κι η καρδιά μου μάτωσε μέσα μου γιατί ελεύθεροι θα μπορείτε να είστε μόνο όταν ακόμη και ο πόθος για αναζήτηση της ελευθερίας γίνει χαλινάρι στο σβέρκο σας και δε θεωρείτε πια την ελευθερία σκοπό κι εκπλήρωση.

Θα είστε πραγματικά ελεύθεροι όταν από τις μέρες σας δε λείπει η έγνοια μήτε από τις νύχτες σας η ανάγκη και η θλιψη.

Αλλά ενώ αυτές θα συνεχίζουν να ζώνουν τη ζωή σας ,εσείς θα υψώνεστε πάνω τους γυμνοί κι αδέσμευτοι.

Και πως θα υψωθείτε πέρα από τις μέρες σας και τις νύχτες σας αν δε σπάσετε τις αλυσίδες που στην αυγή της κατανόησής σας δέσατε γύρω από τη μεσημεριάτικη ώρα σας;

Αληθινά αυτό που εσείς ονομάζετε ελευθερία είναι η πιο γερή αλυσίδα απ’όλες,κι ας θαμπώνουν το βλέμμα σας οι αστραφτεροί της κρίκοι καθώς πέφτει επάνω τους ο ήλιος.

Τι άλλο θα πετούσατε για να γίνετε ελεύθεροι παρά κομμάτια του εαυτού σας ;

Αν θελήσετε να καταργήσετε κάποιο άδικο νόμο ,αυτός ο νόμος γράφτηκε απ’ το δικό σας χέρι στο δικό σας μέτωπο.

Δεν μπορείτε να τον σβήσετε καίγοντας τα βιβλία των νόμων σας μήτε ξεπλένοντας τα μέτωπα των δικαστών σας ,ακόμα κι αν ρίξετε επάνω τους ολάκερη τη θάλασσα.

Κι αν θελήσετε να εκθρονίσετε κάποιον τύρννο ,φροντίστε πρώτα να καταστρέψετε το θρόνο που στήσατε μέσα σας γι’ αυτόν.

Γιατί πως μπορεί ένας τύραννος να κυβερνήσει τους  ελεύθερους και περήφανους , παρά επιβάλλοντας τυραννία στην ελευθερία τους και ντροπιάζοντας την περηφάνια τους;

Αν θελήσετε ν’ αποβάλλετε κάποια έγνοια ,αυτή την έγνοια μάλλον εσείς οι ίδιοι την είχατε διαλέξει, δε σας την επέβαλε κανένας.

Αν θέλετε να διώξετε κάποιο φόβο ,αυτός ο φόβος είναι φωλιασμένος στην καρδιά σας κι όχι στο χέρι του φοβισμένου .

Πράγματι ,τα πάντα σαλεύουν μισομπλεγμένα διαρκώς μέσα σας,τα ποθούμενα και τα τρομερά ,τα απωθητικά και τα λατρεμένα ,τα επιδιωκόμενα και αυτά που θέλετε ν’ αποφύγετε .

Αυτά σαλεύουν μέσα σας σαν λάμψεις και σκιές ζευγαρωμένες αξεδιάλυτα.

Κι όταν μια σκιά σβήνει και παύει να υπάρχει ,η λάμψη που μένει γίνεται σκιά σε μιαν άλλη λάμψη.

Έτσι και η ελευθερία σας όταν χάνει τις αλυσίδες της, γίνεται αυτή αλυσίδα για μια μεγαλύτερη ελευθερία.

Εφιάλτης…….

Ξύπνησε ξαφνικά μες τη νύχτα τρομαγμένη.Τι όνειρο κι αυτό !!Ποτέ ξανά δεν είχε δει κάτι παρόμοιο..

Προσπάθησε να ηρεμήσει για να συνεχίσει τον ύπνο της .Εξάλλου το πρωί είχε πολύ δουλειά και δεν έπρεπε να είναι κουρασμένη .Ήπιε λοιπόν λίγο νερό ,από το ποτήρι που είχε στο κομοδίνο , κι έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να ξανακοιμηθεί.Οι εικόνες όμως ξανάρχονταν στο μυαλό της και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι .Στριφογύριζε για κάμποση ώρα κι αφού είδε πως δεν μπορούσε να κοιμηθεί ,σταμάτησε κάθε προσπάθεια και σηκώθηκε.Έφτιαξε έναν καφέ και βάλθηκε να χαζεύει τον ήλιο που ανέτειλε.Ξεχάστηκε.Άλλωστε η ώρα περνούσε και η δουλειά ήταν απαιτητική.

Η μέρα πήρε το δρόμο της και η δουλειά την παρέσυρε στο γρήγορο ρυθμό της.Ήταν πολύ νέα και άντεχε στους γρήγορους κι εξαντλητικούς ρυθμούς.Σήμερα όμως αισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά.Η καρδιά της βαριά και τα πόδια της δεν τη βαστούσαν .Αναρωτήθηκε ξαφνικά :Γιατί είμαι έτσι;Και τότε κατάλαβε γιατί .Μα βέβαια ,αυτό τ’όνειρο.Ήταν λέει κόσμος μαζεμένος πολύς ,σε μια πλατεία και γύρω ,γύρω στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια ,ψυχροί και ανέκφραστοι.Κάποια στιγμή ,δίνεται η εντολή να μαζέψουν όλα τ’ανάπηρα παιδιά.Κατάλαβε αμέσως τι τα περίμενε και τρομοκρατήθηκε .Ήθελε ν’ αντιδράσει ,να τα προστατέψει ,αλλά ο φόβος είχε καθηλώσει τα πόδια της και η φωνή της δεν έβγαινε .Ψέλλισε μόνο ένα βραχνό «όχι» κι έβαλε τα κλάματα.Οι στρατιώτες δεν την άκουσαν.Ούτε κανείς άλλος αντέδρασε.Είδε να παίρνουν τα παιδιά και από τον τρόμο της ξύπνησε.

Το τριγύριζε στο μυαλό της και είχε καταρρακωθεί. Πως είναι δυνατόν ;Εγώ να κάνω κάτι τέτοιο σκέφτηκε.Μέχρι σήμερα ήταν απόλυτη σε όλα της τα πιστεύω.Το μαύρο ήταν μαύρο και το άσπρο άσπρο.Είχε τα πιστεύω της και δεν είχε καμμία αμφιβολία γι’ αυτά.Πάντα με το μέρος του αδύναμου και του αδικημένου.Ενάντια στο κατεστημένο και στο φασισμό σε όλες του τις πλευρές.Αθέατες και μη.Το όνειρο όμως της έδειξε μια άλλη πλευρά του εαυτού της .Την αδυναμία μπροστά στο φόβο .Της ήρθε πραγματικά να βάλει τα κλάματα.Δεν μπορεί σκέφτηκε ,δεν είμαι εγώ αυτή.

Τότε ξαφνικά θυμήθηκε τον παιδικό της φίλο ,τον Λωράν.Πήγαιναν μαζί σχολείο και ήταν κολλητοί.Εκτός από την φιλία τους έδενε και η αλληλοεκτίμηση..Μεγάλωσαν και βλέπονταν αραιά και που ,αλλά δεν παρέλειπε να της στέλνει προσκλήσεις για τις ατομικές του εκθέσεις  ζωγραφικής.Κάποια φορά λοιπόν εντελώς ξαφνικά τον είδε στην τηλεόραση ,ένας νεαρός ζωγράφος πια,μεταξύ πολλών προσωπικοτήτων ,να δίνει τη δική του γνώμη πάνω στο θέμα Ναζισμός και αντίσταση.Μεταξύ των άλλων είπε«:Αν ζούσα σ’ εκείνη την εποχή ,θέλω να πιστεύω ,πως θα ήμουν με τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν»Έπεσε τότε από τα σύννεφα.Ναι το θυμάται πολύ καλά .Θύμωσε κι όλας .Τι θα πει «θέλω να πιστεύω; », είχε σκεφτεί.Δεν είσαι σίγουρος;Τα ξέχασες όλα αυτά που λέγαμε παιδιά;Κάτι είχε κρυώσει μέσα της.Άλλαξες Λωράν ;

Και τώρα να ,που μέσα της μπήκε η αμφιβολία.Δεν είχε φοβηθεί κανέναν μέχρι τώρα ,δεν είχε σκεφτεί ποτέ αρνητικά για τον εαυτό της .Κι έρχεται τώρα ένα όνειρο ,να τ’ αλλάξει όλα.

Άρχιζε να κατανοεί τα λόγια του παιδικού της φίλου.Μάλλον εκείνος γνώριζε καλύτερα την ανθρώπινη αδυναμία ,μπροστά στο φόβο του θανάτου..Είναι πολύ μπροστά από μένα σκέφτηκε..Αλλά εγώ, γιατί να το σκεφτώ τώρα;Τι με ωθεί σ’ αυτές τις σκέψεις ώστε να έρχονται στον ύπνο μου ως εφιάλτης;Ποιός να ξέρει.Ίσως και να έχω αρχίσει να γερνάω .Ναι ,οι γέροι φοβούνται πιο πολύ ,οι νέοι εξάλλου κάνουν τις επαναστάσεις.Αυτό είναι γερνάω και γίνομαι ένα ανθρωπάκι ,σαν αυτά που σιχαινόμαστε παιδιά, ένα αδύναμο ,φοβισμένο ανθρωπάκι………..Δεν έχει σημασία που δεν είμαι ούτε τριάντα ακόμα ,έχω μια γέρικη καρδιά.

Η μέρα δεν είχε τελειώσει ακόμα κι αυτή έσερνε τα πόδια της .Πρέπει ν’ αντιδράσω ,ναι θ’ αντιδράσω Τι κι αν  φοβάμαι; Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται .Ανθρώπινο είναι.Πήρε βαθιές ανάσες και συνέχισε τη δουλειά,αποφασισμένη να προχωρήσει μπροστά ,δυνατή και γενναία ,αλλά κάτι μέσα της  έλεγε πως δεν θα είναι πια η ίδια ……….

 

,Το σκίτσο είναι του Πέτρου Ζερβού »

 

Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο….

Θα παραθέσω αποσπάσματα του μυθιστορήματος με τον παραπάνω τίτλο του Ούγγρου νομπελίστα συγγραφέα Ίμρε Κέρτες,γιατί ο τρόπος που μιλάει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι πολύ διαφορετικός με τα όσα έχω διαβάσει έως τώρα .Ομολογώ πως πολύ με ξένισε ο τρόπος που αφηγόταν τον εγκλεισμό του και τις εμπειρίες του στα στρατόπεδα μια και ο ίδιος είναι επιζών του Άουσβιτς και του Μπιρκενάου .Πολλές φορές με θύμωνε αρκετά.Ωστόσο για να τον καταλάβει κανείς πρέπει να διαβάσει πολύ προσεκτικά από την αρχή ως το τέλος την αφήγησή του χωρίς να χάσει καθόλου ούτε μια πρόταση για να μπει στην ψυχοσύνθεση του έφηβου ,που ακόμα δεν έχει ξεκινήσει την ζωή του ,δεν έχει καταλάβει τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω του και είναι υποχρεωμένος να περάσει από μια τέτοια εμπειρία ……….

«Συνήθως παίζουμε χαρτιά ,σήμερα όμως η μεγαλύτερη αδερφή δεν έχει κέφια για κάτι τέτοιο .ήθελε να μιλήσει πρώτα μαζί μας ,για ένα πρόβλημα ,ένα ζήτημα που τελευταία την απασχολεί πολύ:τελευταία την προβληματίζει ιδιαίτερα το κίτρινο αστέρι.Στην πραγματικότητα «το βλέμμα του κόσμου» την είχε κάνει να προσέξει την αλλαγή-γιατί πιστεύει ότι ο κόσμος έχει αλλάξει απέναντί της και βλέπει στο βλέμμα τους ότι την« μισούν».Ακόμα και σήμερα το πρωί έτσι το ένιωσε ,όταν η μητέρα της της ζήτησε να πάει να ψωνίσει.Μου φαίνεται ότι βλέπει τα πράγματα κάπως υπερβολικά .Εγώ τουλάχιστον δεν έχω παρατηρήσει κάτι τέτοιο .Υπάρχουν και στη δουλειά μου ανάμεσα στους αρχιμάστορες ,άνθρωποι που όλοι ξέρουν ότι δεν χωνεύουν τους Εβραίους ,παρ’ όλα αυτά με μας τους νεαρούς πιάνουν φιλίες .Μ’ αυτό δεν αλλάζει τίποτα από τα όσα πιστεύουν. Ύστερα μου ήρθε στο νου το παράδειγμα του φούρναρη και προσπάθησα να εξηγήσω στο κορίτσι ότι στην πραγματικότητα δεν μισούσε την ίδια ,δεν τη μισούσε δηαδή ως άτομο -αφού τελικά ούτε καν την ήξερε- παρά μισούσε μάλλον την ιδέα «Εβραίος»Εκείνη τότε μου εξήγησε ότι αυτό ακριβώς σκεφτόταν ,γιατί κατά βάθος δεν ήξερε καλά καλά τί είναι .Η Άννα Μαρία της απάντησε ότι αυτό όλοι το ξέρουν :είναι μια θρησκεία .Δεν την ενδιέφερε όμως αυτό αλλά το «νόημα.».«Σε τελική ανάλυση πρέπει να ξέρει κανείς γιατί τον μισούν»-έτσι είπε.Παραδέχτηκε ότι στην αρχή δεν το καταλάβαινε καθόλου όλο αυτό και ένιωθε θιγμένη που ο κόσμος την περιφρονούσε «μόνο και μόνο επειδή είμαι Εβραία »;τότε αισθάνθηκε για πρώτη φορά -έτσι είπε-ότι υπήρχε κάτι που την χώριζε από τους άλλους ανθρώπους και ότι ανήκε κάπου αλλού..ύστερα άρχισε να σκέφτεται προσπάθησε και μέσα από βιβλία και συζητήσεις να εξηγήσει το όλο θέμα και έτσι κατάλαβε ότι γι’ αυτό ακριβώς τη μισούσαν.Πιστεύει δηλαδή ότι «εμείς οι Εβραίοι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους», ότι η διαφορετικότητα είναι το ουσιώδες και για το λόγο αυτό οι άνθρωποι μισούν τους Εβραίους.Είπε ακόμα ότι παράξενο για κείνη είναι να ζει «έχοντας συναίσθηση αυτής της διαφορετικότητας» και ότι γι’ αυτό άλλοτε νιώθει κάτι σαν περηφάνια κι άλλοτε κάτι σαν ντροπή.Θέλησε να μάθει τι νιώθαμε εμείς γι’ αυτή τη διαφορετικότητά μας,αν είμαστε περήφανοι ή αν ντρεπόμαστε.Η αδεφρή της και η Άνννα Μαρία δεν μπορούσαν να πουν κάτι με βεβαιότητα .Αλλά κι εγώ μέχρι τώρα δεν είχα αφορμή για τέτοια συναισθήματα.Άλλωστε αυτή τη διαφορά δεν μπορεί να την ορίσει κανείς μόνος του.Σε τελική ανάλυση ακριβώς γι’ αυτό το λόγο υπάρχει το κίτρινο αστέρι ,απ’ όσο ξέρω.Και φυσικά της είπα να το σκεφτεί κι αυτό Εκείνη όμως επέμενε πεισματικά:«Τη διαφορά την έχουμε μέσα μας».Κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο αντίθετα είναι αυτό που βγάζουμε προς τα έξω.Συζητήσαμε πολύ ώρα-δεν ξέρω γιατί,αφού για να πω την αλήθεια δεν καλοκαταλάβαινα γιατί το ζήτημα αυτό ήταν τόσο ζημαντικό.Στον τρόπο σκέψης της ,υπήρχε όμως κάτι που μ’ ενοχλούσε κάπως.Κατά τη γνώμη μου τα πράγματα είναι πού πιο απλά.Μάλιστα κι έπειτα ήθελα να νικήσω σ’ αυτή τη λογομαχία φυσικά.Αλλά και η Άννα Μαρία φανόταν κάθε τόσο ότι κάτι ήθελε να πει ,δεν τα κατάφερε όμως γιατί εμείς οι δύο δεν της δίναμε πια μεγάλη σημασία.

Τελικά έφερα ένα παράδειγμα……………Είχα διαβάσει πρόσφατα ένα βιβλίο ,κάτι σαν μυθιστόρημα :ένας ζητιάνος κι ένας πρίγκηπας,που αν εξαιρέσουμε αυτή τη διαφορά έμοιαζαν στο πρόσωπο και στην κορμοστασιά τόσο πολύ που σχεδόν  τους μπέρδευε κανείς ,από καθαρή περιέργεια πήραν ό ένας την μοίρα του άλλου, μέχρι που ο ζητιάνος έγινε τελικά κανονικός πρίγκηπας και ο πρίγκηπας κανονικός ζητιάνος..Είπα στο κορίτσι να το φανταστεί στη δική της περίπτωση.,,,,,Ας  υποθέσουμε ότι της συνέβη όταν ήταν ακόμα πολύ μικρή ,προτού ακόμα αρχίσει να μιλάει και να θυμάται  και άσχετα πως ,ας υποθέσουμε ότι με κάποιον τρόπο την είχαν αλλάξει με άλλο παιδί ή ότι με κάποιο τρόπο την είχαν μπερδέψει με το παιδί μιας άλλης οικογένειας ,της οποίας από φυλετικής πλευράς δεν είχαν κανένα πρόβλημα.Σ’ αυτή λοιπόν την υποθετική περίπτωση θα ένιωθε το άλλο κορίτσι τη διαφορετικότητα και φυσικά θα φορούσε και το κίτρινο αστέρι ,ενώ εκείνη λόγω των στοιχείων που υπάρχουν γι’ αυτή ,θα έβλεπε τον εαυτό της- και φυσικά θα την έβλεπαν και οι άλλοι έτσι-σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους και δεν θα είχε την παραμικρή ιδέα για όλη αυτή τη διαφορετικότητα .Αυτό απ’ ότι είδα την επηρέασε πολύ ,Στην αρχή έμεινε σιωπηλή ,έπειτα όμως τα χείλη της άνοιξαν ανεπαίσθητα ,σαν να ήθελε κάτι να πει.Ύστερα όμως δεν συνέβη αυτό,αλλά κάτι άλλο πολύ πιο παράξενο ,ξέσπασε σε κλάματα……………έσκυψα πάνω της  προσπάθησα ν’ αγγίξω τα μαλλιά της ,τους ώμους της και το χέρι της και παρακαλούσα ταυτόχρονα να μην κλαίει.Εκείνη όμως μου φώναξε σκληρα και με φωνή που έσπαγε κάθε τόσο ,ότι αν δεν είχε να κάνει με την ιδιαιτερότητά μας ,τότε τα πάντα δεν ήταν παρά καθαρή σύμπτωση  και ότι αν μπορούσε να ήταν κάποια άλλη ,τότε «όλα αυτά δεν έχουν κανένα νόημα» και ότι αυτή ήταν μια σκέψη που κατά τη γνώμη της «είναι  αφόρητη ».

…………………………………………………..

Από τον  επίλογο το παρακάτω:

Ο καθένας έκανε τα βήματά του για όσο καιρό μπορούσε :το ίδιο κι εγώ ,κι αυτό όχι μόνο στη φάλαγγα του Μπίρκενάου ,αλλά κι εδώ στην πατρίδα .Το έκανα με τον πατέρα μου ,με την μητέρα μου ,με την Άννα Μαρία και – ίσως τα δυσκολότερα – με τη μεγαλύτερη αδερφή..Τώρα θα μπορούσα να της πω τι σημαίνει να είσαι «Εβραίος »: τίποτα για μένα τίποτα απολύτως ,τίποτα όσο τα βήματα δεν αρχίζουν να γίνονται βήματα.Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι αλήθεια ,δεν υπάρχει άλλο αίμα ,δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ……….κόμπιασα ,τότε όμως θυμήθηκα ξαφνικά την έκφραση του δημοσιογράφου :υπάρχουν μόνο οι δεδομένες συνθήκες και μέσα σ’ αυτές τα νέα δεδομένα .έζησα κι εγώ μια δεδομένη μοίρα .Δεν ήταν η μοίρα μου ,την έζησα όμως -και δεν καταλάβαινα γιατί δεν χωρούσε στο μυαλό τους ότι τώρα κάτι έπρεπε να κάνω μ’ αυτήν, κάπου να την στερεώσω ,κάπου να την προσαρμόσω ,ότι τώρα δεν αρκούσε να μου λένε ότι ήταν λάθος ,ατύχημα ,κάτι σαν γκάφα ή ότι πιθανώς δεν συνέβη καθόλου ενδεχομένως.έβλεπα βέβαια ,το έβλεπα ξεκάθαρα ότι δεν με καταλάβαινα πολύ καλά και ότι διάφορα από αυτά που έλεγα τους εκνεύριζαν Έβλεπα πως ο κύριος Στάινερ με διέκοπτε κάθε τόσο και ήταν σχεδόν έτοιμος να πεταχτεί όρθιος ,έβλεπα πως ο άλλος τον συγκρατούσε και τον άκουσα μάλιστα να λέει: «Αφήστε τον ,δεν βλέπετε ότι θέλει απλώς να μιλήσει;Αφήστε τον λοιπόν να μιλήσει».Κι εγώ συνέχισα να μιλάω ,μάταια προφανώς και μάλλον κάπως ασυνάρτητα.Αλλά ακόμα κι έτσι τους εξήγησα ότι δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει κανείς μια καινούργια ζωή και ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να συνεχίσει την παλιά.Εγώ και κανένας άλλος έκανα τα δικά μου βήματα και πιστεύω με ευπρέπεια .Το μοναδικό μελανό σημείο ,το μοναδικό λαθάκι για το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να με κατηγορήσει κάποιος,το μόνο τυχαίο πράγμα είναι ότι είμασταν εδώ τώρα και συζητάμε -γι’ αυτό όμως δεν έφταιγα καθόλου .Μήπως ήθελαν όλη αυτή η ευπρέπεια και όλα τα προηγούμενα βήματά μου να χάσουν το νόημά τους;Γιατί όλη αυτή η αλλαγή φρονημάτων ,γιατί όλο αυτό το πείσμα ,γιατί όλη αυτή η απροθυμία να καταλάβουν ;όταν υπάρχει μοίρα τότε η ελευθερία είναι αδύνατη :όταν όμως -συνέχισα να λέω, ακόμα πιο έκπληκτος και ο ίδιος ,με ακόμα μεγαλύτερη έξαψη -υπάρχει ελευθερία θα πει -σταμάτησα ,όμως μόνο για να πάρω ανάσα -θα πει ότι η μοίρα είμαστε εμείς οι ίδιοι – αυτό κατάλαβα ξαφνικά και μάλιστα αυτή τη στιγμή τόσο ξεκάθαρα όσο ποτέ άλλοτε .Λυπόμουν μάλιστα λιγάκι που είχα αυτούς μπροστά μου κι όχι κάποιους πιο ευφυείς ,πιο αξιοπρεπείς αντίπαλους θα έλεγα .Ήταν παρόντες όμως, είναι -αυτό διαισθανόμουν τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή -παρόντες παντού, και εν πάσει περιπτώσει ήταν παρόντες όταν αποχαιρετίσαμε τον πατέρα  μου.Έκαναν κι αυτοί τα δικά τους βήματα .Ήξεραν κι εκείνοι τα πάντα εκ των προτέρων ,είχαν κι εκείνοι προβλέψει τα πάντα ,είχαν κι εκείνοι αποχαιρετήσει τον πατέρα μου σαν να γινόταν κι όλας η κηδεία του κι αργότερα έγιναν κι αυτοί μαλλιά κουβάρια για το αν έπρεπε να πάω στο Άουσβιτς με το τοπικό τρένο ή καλύτερα με το τραμ …..τότε όμως δεν πετάχτηκε όρθιος μόνο ο κύριος Στάινερ ,αλλά κι ο γέρο Φλάισμαν .Εξακολουθούσε βέβαια να  προσπαθεί να συγκρατήσει τον άλλο, δεν τα κατάφερνε όμως πια .»Τι;» φώναξε αποπαίρνοντάς με με κατακόκκινο πρόσωπο ,χτυπώντας το στήθος του με τη γροθιά του:«Στο τέλος θα φταίμε κι από πάνω εμείς τα θύματα;»- κι εγώ προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το θέμα δεν είναι ποιός φταίει ,το θέμα είναι να καταλάβουμε κάτι ,πολύ απλό.για χάρη της λογικής,από ευπρέπεια θα έλεγα .Δεν μπορεί κανείς ας προσπαθήσουν να το καταλάβουν ,δεν μπορεί ακνείς να μου πάρει τα πάντα ,δεν γίνεται να μη μου επιτραπεί να είμαι ούτε νικητής ,ούτε νικημένος ,ούτε η αιτία ,ούτε το αποτέλεσμα ,ούτε να γελιέμαι ,ούτε να έχω δίκιο ,μπορώ -σχεδόν τους ικέτευα πια να προσπαθήσουν να καταλάβουν :δεν μπορώ να καταπιώ έτσι απλά την ανόητη πικρία του να είσαι απλώς αθώος.Φυσικά όμως παρατήρησα δεν θέλουν να καταλάβουν τίποτα κι έτσι πήρα το σακίδιο και τον σκούφο μου κι έφυγα ,συνοδευόμενος από κάποιες μπερδεμένες λέξεις και κινήσεις κάποιες  ανολοκλήρωτες χειρονομίες και κάποιες προτάσεις που έμειναν στον αέρα.