Στην βόλτα τ’ Άι-Θανάση.

 

 

Συναγωγή Αραγωνία Μπετ Ακνέσετ

και Μπετ Καλ- καμάρι του Senor Σάκο- εκεί

πρωτοκοιτάχτηκαν ο Γιακόμπ με την Ματίλντα.

Κλεφτές ματιές, πίσω από τις κολώνες,

όταν δεν πρόσεχαν οι άλλοι. Στα δεκαέξι τους

ξεθάρρεψαν, μια δυο κουβέντες πεταχτές

στην βόλτα τ’ Άι Θανάση.

 

Μόλις τελειώσαν το σχολειό, προχωρημένη Κατοχή,

είπαν μαζί να μοιραστούν χαρές και λύπες.

Κοσμοπλημμύρα στη Συναγωγή,

είκοσι Μάρτη του ’44, δικοί και φίλοι τους

καμάρωναν και τι συγκίνηση σαν έσπασε το ποτήρι

ο γαμπρός, σ’ ανάμνηση « της του Ναού καταστροφής».

Εικοσιτέσσερις του Μάρτη μαζέψαν όλη

την Κοινότητα στα Βαλαλάδικα, δίπλα

στην βόλτα τ’ Άι- Θανάση.

 

Τους φόρτωσαν σε φορτηγά για Σαλονίκη και απ’ εκεί

 για το Άουσβιτς, μαύρα βαγόνια κοπαδιών

στρωμένα με άχυρο. Γαμήλιο ταξίδι.

Φτάσαν στις έντεκα τ’ Απρίλη.

Τους μοίρασαν γυναίκες κι άντρες χωριστά.

Πρώτη φορά που νιόνυμφοι χωρίζαν

ο Γιακόμπ με την Ματίλντα, σαν όταν τέλειωνε, παλιά

η βόλτα τ’ Άι Θανάση.

 

Ένα πρωϊνό τους βγάλανε μαζί αγγαρεία,

γυναίκες άντρες και στη μέση συρματόπλεγμα,

τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, τρέξαν στα σύρματα,

πλέξαν ανάμεσα τα δάχτυλά τους και κοιτάζονταν, βουβοί,

με μάτια υγρά (σαν τότε πίσω από τις κολώνες της Συναγωγής),

όταν δεν πρόσεχαν οι φύλακες και τα σκυλιά,

κι ένοιωσαν σαν να σεργιανούν, για τελευταία φορά

στην βόλτα τ’ Άι- Θανάση.

 

Κανείς δεν άκουσε ξανά για τον Γιακόμπ και την Ματίλντα.

Μάρτυς μοναδικός ένας βαρκάρης Sondercommando είδε

να τους κλειδώνουν στις τριάντα του Νοέμβρη

στον αβομβάρδιστο τον θάλαμο με Zyclon B.

Ανήμερα των ελευθέριων της Καστοριάς.

Κείνο το βράδυ,

χάριν αβρότητος,

οι τοπικές αρχές επέτρεψαν την βόλτα τ’ Άι- Θανάση.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΟΪΚΟΣ

ΡΑΝΙΔΕΣ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΣ

Σκοινιά..

Όσο περνούν τα χρόνια ανακαλύπτεις

ότι τα σκοινιά που σ’ έδεναν

Δεν ήτανε παρά κλωστές

Κλωστές που δεν μπορείς να σπάσεις πια.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

_MG_7547

Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης

  απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε

με ιλιγγιώδη ταχύτητα .Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε

θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν

έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’

τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει

τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο

στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα

λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε

να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε

ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η

συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό  στο έγκλημα να υπάρχουμε»

είπε.

Γι αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,

σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.

                                                    Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου.

 

Ερημιά…

θ’

Βουβό το χώμα του θανάτου

Στρατιές ολόκληρες βαδίζουν πάνω του

Κι ούτ’ ένα σύρσιμο ποδιού

ι’

Η αιωνιότητα είναι φτιαγμένη από στάχτη

Ψυχών αποκαΐδια που την ονειρεύτηκαν

Αργύρης Χιόνης

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

Η κατάδυση και ο πυθμένας.

    Σαν πουλί που πεθαίνει

Πνιγόμουν ξαφνικά

σαν πουλί που πεθαίνει

δεν υπήρχε αέρας

δεν υπήρχε φωνή

κοίταζα μονάχα τα μέλη μου

κι ήθελα να τα δωρίσω.

 

   Κοντά κι ανάπηρα

Κι όταν βρίσκω έναν ήλιο

προσιτό

σαν παιδικό τόπι

μικραίνουνε τα χέρια μου

κοντά κι ανάπηρα

ερειπωμένες γέφυρες.

 

Λένε για τη θάλασσα

Πάρε με μαζί σου στο Μπεϊρούτ

λένε για τη θάλασσα

πως πνίγει τη μνήμη.

Σαν αντικείμενα νεκρών

Θα μας θυμούνται πότε πότε εκείνοι

μείναν τα ρούχα μας εκεί

παπούτσια με μισόδετα κορδόνια

ο χαλασμένος αναπτήρας

το τελευταίο βιβλίο που αγοράσαμε

Σαν αντικείμενα νεκρών που δεν χαρίστηκαν.

Φυγή, λικνισμένο βρέφος

Φυγή, λικνισμένο βρέφος

καραμελένιο πετεινάρι σε φτωχοπανήγυρι

όνειρο από φτερά βαλσαμωμένου αετού

κι από καλέσματα μαρμαρωμένου ανέμου

ιστία σπασμένα και λιωμένες όχθες

ψωμί με δέρμα πέτρινο

νερό καθρεφτισμένο μες την έρημο

πεινώντων και διψώντων.

-Από την συλλογή » Η κατάδυση και ο πυθμένας»

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ