ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

IMG_4859

Ι

Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα

σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια

από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι

πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες

απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά

μιλούνε – φίλοι μου – μιλούνε σαν ανθρώποι

κι έπειτα ήσυχα ήσυχα πεθαίνουν

τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά

και μια μία ανοίγουν τα φτερά

οι σκυθρωπές μορφές

ενός χαμένου κόσμου

ΙΙ

Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου

απλώνω το χέρι ξεριζώνω

τα δέντρα και τους θάμνους του

τους στύλους τους ηλεχτρικούς

αυτά τα πονεμένα δόντια

μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

 

Πάνω του τρέχουν πρόβατα πονηρά

είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;

μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ

κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

 

 

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα

χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους

απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν

 

Σήμερα

κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό

κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού

γιατί αύριο θα στεγνώσει

 

Αύριο δεν θα βλέπετε πια τίποτα

 

ΙΙΙ

Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό

ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες

σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού

κάπου κάπου γυρίζει και με κοιτάζει λυπημένος

μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

 

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες

αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945

 

Advertisements

Χιόνι.

24097632176_3bf9384c86_c

Οι πέτρες στοχάζονται
Κι εσύ ψαρεύεις λύπες σκυφτός.
Πάνω από την απόγνωση το πηγάδι
Ο πάγος φυλάει το τζάμι
Καθηγητές κραδαίνουν λάφυρα
Γνώσης λειψής
Το τρένο σφυρίζει τρόμο
Πάνω στις γέφυρες
Και τα ξωτικά
Ζητάνε καταφύγιο
Στις λίμνες του μυαλού μου
Ανασταίνεται η μνήμη
Ψήγματα χρυσωρυχείου χρυσανθέμων
Πλουτίζουν λαθρόχειρες κηπουρούς
Κι εφοπλιστές βλέπουν ανέλπιδα
Τα πλοία τους να ναυαγούν
Σε θάλασσες γαλήνιες
Το υποσχέθηκα στα σύννεφα
Πως θα γυρίζω μόνη
Να βλέπω ντουβάρια φυλακών
Να γκρεμίζονται
Μ’ εκρηχτικά φτιαγμένα
Από νύμφες
Άντη Μιχαλοπούλου

Το παραπάνω ποίημα της κ. Άντης Μιχαλοπούλου δημοσιεύεται με άδεια της ιδίας..

Παραβολή

 

IMG_4858

Κράτησα τη ζωή μου

μπρος στα μάτια μου

σαν το καλειδοσκόπιο

που το στριφογυρίζεις

μάταια πασχίζοντας

τα σχήματα που πέρασαν

να επαναλάβεις.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1973

Χρόνος.

IMG_4890

κι όταν θα πεθάνω θα ‘θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

(Φύλλα Ημερολογίου)

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

“Για τη φτώχεια”

note #22 “Για τη φτώχεια”

R. B. Kitaj. The Ohio Gang. 1964

V. « Η φτώχεια δεν είναι ντροπή» Σύμφωνοι. Ωστόσο τον φτωχό τον ντροπιάζουν. Το κάνουν, και τον παρηγορούν με αυτή την φρασούλα. Είναι από αυτές που κάποτε μπορούσε κανείς να τις παραδεχτεί, που όμως η ημερομηνία λήξης τους έχει φτάσει προ πολλού. Όπως κι εκείνο το βάναυσο «ο μή εργαζόμενος μηδέ έσθιέτω». Όταν υπήρχε δουλειά που έτρεφε τον άνθρωπο της, υπήρχε και φτώχεια που δεν τον ντρόπιαζε, αν οφειλόταν σε κάποια αναπηρία ή σε κάποιο άλλο θέλημα της μοίρας. Αυτή η ανέχεια όμως μες στην οποία γεννιούνται εκατομμύρια, και μπλέκουν εκατοντάδες χιλιάδες που φτωχαίνουν, ντροπιάζει. Η βρόμα και η αθλιότητα ορθώνονται γύρω τους σαν τείχη που τα χτίζουν αόρατα χέρια. Κι όπως ένα άτομο μπορεί ν’ανεχτεί πολλά για τον εαυτό του, δίκαια όμως ντρέπεται σαν τον βλέπει η γυναίκα του να τα υφίσταται και να τ’ανέχεται, έτσι επιτρέπεται να υποστεί πολλά, όσο είναι μόνος, και όλα, εφόσον τα κρύβει. Όμως κανείς ποτέ δεν επιτρέπεται να συνάψει ειρήνη με τη φτώχεια, όταν πέφτει σαν ίσκιος τεράστιος πάνω στο σπίτι και στο λαό του. Τότε πρέπει να διατηρήσει τις αισθήσεις του άγρυπνες για κάθε ταπείνωση που υφίσταται, και να τις κρατά σε πειθαρχία μέχρι που ο πόνος του να πάψει να παίρνει τον κατήφορο της θλίψης, και να διανοίξει ανηφορικά τον δρόμο της εξέγερσης. Όμως εδώ δεν υπάρχει ελπίδα καμιά, αφού και η πιο τρομέρη, η πιο ζοφερή μοίρα κάθε μέρα, ακόμα και κάθε ώρα, όσο συζητιέται από τον τύπο και εξηγούνται διεξοδικά όλα τα ψευτοαίτια και τα ψευτοεπακόλουθα της, κανέναν δεν βοηθά ν’αναγνωρίσει τις σκοτεινές δυνάμεις στις οποίες έχει γίνει υποτελής.

Walter Benjamin Μονόδρομος, εκδόσεις Αγρα, Αυτοκρατορικό Πανόραμα V:

73 χρόνια μετά το έγκλημα των εγκλημάτων..

IMG_0316

Νανά Κόντου.

Το έγκλημα του 20ού αιώνα

 
Γεμίζει το είναι μου μ’ αναμνήσεις
του χθες…
ενώ ο άνεμος λυωνίζει τα φυλλώματα
μέσα στη καλοκαιρινή λάβα…
Ταξιδεύω στην φριχτή αυτή χοάνη,
βουλιάζω συνεχώς στο σκοτεινό
μονοπάτι του τρομερού
παραλογισμού…
Κομματιάζει την ψυχή μου ο βαθύς
πόνος, το ζωντανό μαρτύριο,
η αγωνία, ο τρόμος, οι φωνές…
ενώ μεγαλώνει ο δρόμος της μνήμης…
Ξαναζώ στον τραγικό κύκλο
της εικόνας της φρίκης με
την μακάβρια συμφωνία
της εξαφάνισης μυριάδων ψυχών…
Μαύρη καπνιά πνίγει τα γύρω
απαίσια μυρωδιά… οι καμινάδες
τα κρεματόρια, το αιμάτινο ποτάμι
κυλά… θρέφοντας την πληγωμένη γη.
Μέσα στα σύμπαν του κενού συγκεντρώνονται
τα κομμάτια του χρόνου που
κομμάτιασαν από τ’ αμάρτημα
του εγκλήματος…
Το αληθινό παρελθόν, με το πονεμένο
παρών σκεπάζει τα γύρω ενώ προχωρώ
στα στρατόπεδα του Άουσβιτς, του Νταχάου
με την αυθεντική εικόνα της φρίκης…
Κάθε χόρτο στη γη λες και είναι ψυχή
που δακρυσμένη ζητά απάντηση
ενώ ψηλά στον τόπο του μαρτυρίου
ένα ΦΩΣ μένει άσβεστο…
Είναι τα εκατομμύρια ψυχών που θα
λάμπουν αιώνια… αυτές που
δεν κομματιάστηκαν από το απαίσιο Έγκλημα..
Είναι οι ψυχές που θα φέρουν στην
μνήμη όλης της ανθρωπότητας την
άφαντη τραγωδία, την τρομερή γενοκτονία,
το μεγάλο έγκλημα των Ναζί…

Μανώλης Αναγνωστάκης

Αντί να φωνασκώ…

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
– Μάντεις κακών και οραματιστές –
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δεν μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων – έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα –
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα, τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας.
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

 

Τα ποιήματα είναι από το συλλογικό « ελληνική ποιητική ανθολογία για το Ολοκαύτωμα»

 

ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ.

IMG_4490

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί,

με μια σκιά μονάχα

κι ένα μόνο πουλί.

 

Ψάχνω στη σάρκα μου

τα ίχνη των χειλιών σου.

Φίλησε το νερό τον άνεμο

χωρίς να τον αγγίξει.

 

Φέρνω το Όχι που μου πρόσφερες

μες του χεριού μου την παλάμη

σαν κέρινο λεμόνι

άσπρο σχεδόν.

 

Νύχτα τεσσάρων φεγγαριών

κι ένα μοναχικό δεντρί

Στο κεφαλάκι της καρφίτσας

γυρνάει ο έρωτάς μου.

 

FEDERICO GARCIA LORCA

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ.

IMG_4379

 

Κοιμισμένο πηγάδι

σιγανό

και σπασμένο βιβλίο

το χέρι μου άγγιζε ψηλά την

κάλτσα σου

κοντά στ’ όνειρό της

η γλώσσα μου σκεφτότανε τα

δόντια σου

το χέρι μου αγαπούσε το θάνατο

το άλλο μου χέρι ήταν από κερί

και έλιωνε

τα μάτια σου ήταν από κερί

και έλιωναν

κι έξω ήταν νύχτα

και έβρεχε

κοιμισμένο πηγάδι

σιγανό

και σπασμένο βιβλίο.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ.

«ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952»