Μικρή φυσική ιστορία.

Τα ψηλά βουνά έχουνε πάντοτε γυμνή την κορυφή τους. Κατάφυτα στα πόδια, στην κοιλιά στο στέρνο τους, αλλά το φαλακρό κεφάλι τους ακουμπά κατευθείαν στο γαλάζιο. Σκληρή κι αιχμηρή πέτρα, ερωτευμένη με την τρυφερή σάρκα τ’ ουρανού.

Αργύρης Χιόνης

ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ορίζοντας

Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.

Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!

L’horizon, un petit trait.
Mais après, quel gouffre, mon Dieu !

«Δευτερόλεπτα του φόβου»

Instantanés de la peur

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Μπορείτε να βρείτε ποιήματά του εδώ: https://kondoslfh2007.blogspot.com/

Ποιος

Ποιος μέσα μου μιλά, ποιος με κοιτά από πού;

Ποιος θέλει το καλό, το χείριστο;

Ποιος θέλει αγάπη, ποιος την αγάπη αρνείται;

Ποιος διανοίγει περάσματα, ποιος ανοίγει αβύσσους;

Ποιος ξένος αισθάνεται;

Ποιος κατοικεί το κενό

Όπου ετούτη η μεγάλη κραυγή αντηχεί;

Ποιος κρατάει ψηλά τ’ αστέρια;

Ποιος τη ζωή επιθυμεί, ποιος επιζητεί το θάνατο;

Roger Milliot 1927-1968

Γάλλοι καταραμένοι ποιητές

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς

επίσης σχετική -αυτό το παραδέχονται όλοι-

Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,

τουλάχιστον φαινόμαστε -κι εν μέρει είμαστε-

και φιλελεύθεροι κι εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ’ τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται

κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν ή έστω κάνουν που αντιδρούνε

αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό- με μέτρο.-

Εμείς, στενά δεν ερμηνεύουμε τ’ άγια των αγίων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές

τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν

και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις

και τα λένε στ’ ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ’ αστεία,

ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,

γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος,

το διαλαλούνε στις πλατείες.

– Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ

Από τη συλλογή« Ελεεινόν θέατρον»

Η κατάδυση και ο πυθμένας.

    Σαν πουλί που πεθαίνει

Πνιγόμουν ξαφνικά

σαν πουλί που πεθαίνει

δεν υπήρχε αέρας

δεν υπήρχε φωνή

κοίταζα μονάχα τα μέλη μου

κι ήθελα να τα δωρίσω.

 

   Κοντά κι ανάπηρα

Κι όταν βρίσκω έναν ήλιο

προσιτό

σαν παιδικό τόπι

μικραίνουνε τα χέρια μου

κοντά κι ανάπηρα

ερειπωμένες γέφυρες.

 

Λένε για τη θάλασσα

Πάρε με μαζί σου στο Μπεϊρούτ

λένε για τη θάλασσα

πως πνίγει τη μνήμη.

Σαν αντικείμενα νεκρών

Θα μας θυμούνται πότε πότε εκείνοι

μείναν τα ρούχα μας εκεί

παπούτσια με μισόδετα κορδόνια

ο χαλασμένος αναπτήρας

το τελευταίο βιβλίο που αγοράσαμε

Σαν αντικείμενα νεκρών που δεν χαρίστηκαν.

Φυγή, λικνισμένο βρέφος

Φυγή, λικνισμένο βρέφος

καραμελένιο πετεινάρι σε φτωχοπανήγυρι

όνειρο από φτερά βαλσαμωμένου αετού

κι από καλέσματα μαρμαρωμένου ανέμου

ιστία σπασμένα και λιωμένες όχθες

ψωμί με δέρμα πέτρινο

νερό καθρεφτισμένο μες την έρημο

πεινώντων και διψώντων.

-Από την συλλογή » Η κατάδυση και ο πυθμένας»

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ

Ο Φραντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια

τώρα μες τον τάφο του

δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.

Κάθε βράδυ βγαίνει

και δεν γνωρίζει πια αυτή την Πράγα.

Ρωτάει για κάποιον Κάφκα

δεν τον γνωρίζουμε, λένε

για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ

και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.

Όχι του λένε ο Choucas το πουλί

έχει χρόνια να φανεί σ’ αυτή

την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

«Kavka: Choucas, το πουλί από το οποίο πήραν το όνομα οι Κάφκα.

Το είχε σαν έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα.»

ΠΟΛΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΝΟ.

(Νυχτερινό στη Γέφυρα του Μπρούκλιν)

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς.

Τα πλάσματα της σελήνης μυρίζουν

το ένα το άλλο γύρω από τις καλύβες τους.

Θα έρθουν οι μεγάλοι ζωντανοί δεινόσαυροι

και θα δαγκώσουν τους ανθρώπους που δεν

έχουν όνειρα

και ο άνθρωπος που φεύγει με τσακισμένη τη

καρδιά του θενα συναντήσει

στις γωνιές των δρόμων

ένα κροκόδειλο απίστευτο, ησυχασμένο

κάτω από την προστασία των άστρων.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο.

Κανείς!

Ένας νεκρός υπάρχει σε κοιμητήριο

που είναι μακριά

παράπονο έχει, τρία χρόνια

ένα τοπίο, επειδή έχει,

μια εικόνα στο γόνατό του επάνω.

Τόσο πολύ έκλαιγε ο μικρός νεκρός σήμερα…

Ήρθαν τα σκυλιά για να ησυχάσει.

Δεν είναι όνειρο η ζωή!

Μην κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Πέφτουμε από τα σκαλοπάτια και θα φάμε

χώμα βρεγμένο,

ανεβαίνουμε στις κορυφές των χιονιών

…νεκρές οι ντάλιες.

Δεν υπάρχουν όνειρα!

Ούτε λησμονιά.

Ζωντανή σάρκα

Σμίγουν σε φιλιά τα στόματα

μέσα σε πλεξούδες από φλέβες

και όποιος για τον πόνο του πονάει

για πάντα θα πονάει

και όποιος το θάνατο φοβάται

πάντα μέσα του θα τον έχει.

Κάποια μέρα

τα άλογα θα ζούνε μέσα στις ταβέρνες

και τα παρανοϊκά μερμύγκια

θα ριχτούν επάνω στους κίτρινους

τοίχους που περιμένουν από

τα μάτια των αγελάδων.

Κάποια άλλη μέρα

θα δούμε την ανάσταση των

λιωμένων πεταλούδων

θα τις δούμε στη μέση ενός τοπίου από

γκριζωπά σφουγγάρια

και σιωπηλών καραβιών-

θα δούμε το δαχτυλίδι μας να λάμπει.

Και τα ρόδια της γλώσσας μας να παίζουν.

Μη κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Όσοι ακόμη φυλάνε σημάδια

νυχιών και μεγάλης βροχής,

εσύ αγόρι που κλαις επειδή

ακόμα δεν άκουσες για την ανακάλυψη

της γέφυρας,

κ’ εσύ νεκρέ που δεν έχεις τίποτα

εκτός από το κεφάλι σου.

Και ένα παπούτσι,

πρέπει όλοι εσείς να πάτε στο

ζωσμένο με φίδια και σαύρες τοίχο

όπου τα δόντια της αρκούδας

περιμένουν

όπου το χέρι του παιδιού, μούμια πια,

περιμένει,

και το δέρμα της καμήλας βίαια

αλλά και γαλάζια ανατριχιάζει.

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς!

Αν κάποιος όμως θελήσει τα μάτια

του να κλείσει

φίλοι μου μαστιγώστε τον,

μαστιγώστε τον!

Πρέπει να υπάρχει ένας κόσμος

από ολάνοιχτα μάτια

από πικρές πληγές που καίνε.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο!

Κανείς.

Κανείς δεν κοιμάται.

Κι αν κάποιος έχει τη νύχτα

χορτάρια στο κεφάλι του

ανοίξτε του το παράθυρο που

βλέπει στο φεγγάρι

τις ψεύτικες κούπες

το δηλητήριο

και των θέατρων τη νεκροκεφαλή.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

ΟΙ ΠΙΟ ΦΤΩΧΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ.

Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους

Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα

Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.

Οι δάσκαλοι

Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.

Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα

Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.

Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα

Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.

Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε

Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί

Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;

Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων

Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.

Γι’ αυτό το περιεχόμενο των

Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων

Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω

Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και

Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.

Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των

προαστίων

Βρισκότανε κάτω από το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους

δεν είχε κάθισμα. Θέα τους

Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών . Γιατί

τους βάλανε

Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα

Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;

Στους ομαδικούς τάφους της Φλάνδρας, που γι’ αυτούς

ήτανε προορισμένοι

Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από

Λίγο ασβέστη;

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Ποιήματα

Μετάφραση: Νάτια Βαλαβάνη.

Χρόνος…..


Όπως χαλάει ένα ρολόι
και το κάνεις βίδες
για να βρεις το μυστικό του.
Την ψίχα του χρόνου.
Βλέπεις το τίποτα
να αναδύεται καπνός.

Tout comme une montre s’arrête
et tu la démontes
pour trouver son secret.
La mie du temps.
Tu vois le néant
s’élever en fumée.

Iannis Kondos

Γιάννης Κόντος.

Το μοιρασμένο τραγούδι.

Με αφορμή την επέτειο της Πρωτομαγιάς και εν μέσω πανδημίας αφιερώνω ένα απόσπασμα από «το μοιρασμένο τραγούδι» του Πάμπλο Νερούντα. Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις , παραθέτω μια νότα αισιοδοξίας για ένα ανθρώπινο αύριο.

Εγώ είδα

όπου κι αν βρέθηκα,

ακόμα και στ’ αγκάθια

που θέλησαν να με πληγώσουν,

βρήκα πως ένα περιστέρι

πετούσε ράβοντας

την καρδιά μου με άλλες καρδιές.

Βρήκα παντού

ψωμί, κρασί, φωτιά, χέρια,

στοργή.

Εγώ κοιμήθηκα

κάτω από όλες τις σημαίες

ενωμένες

όπως κάτω από κλώνους

ενός μόνο δάσους

πράσινου

και τ’ αστέρια ήταν

αστέρια μου.

Από τους λυσσαλέους

αγώνες μου

από τις οδύνες μου

δεν φυλάω εγώ τίποτα

που να μην μπορεί να σας χρειαστεί.

Το ίδιο όπως και η γη

ανήκω κι εγώ σε όλους.

Δεν υπάρχει ούτε μια

σταγόνα μίσος , σ’ ολόκληρο

το στήθος μου. Ανοιχτά

πηγαίνουν τα χέρια μου

μοιράζοντας τα σταφύλια

στον άνεμο.

Γύρισα από τα ταξίδια μου.

Αρμένισα χτίζοντας

τη χαρά.

Είθε ο έρωτας να μας

υπερασπίζει.

Ας ορθώσει την καινούργια

φορεσιά του

το τριαντάφυλλο. Και η γη

ας εξακολουθεί, ατέλειωτα ανθισμένη

ν’ ανθίζει.

Ανάμεσα στις κορδιγιέρες

και στα χιονισμένα

κύματα της Χιλής

ξαναγεννημένος

στο αίμα του λαού μου

για σας όλους,

για σας τραγουδώ.

Είθε να μοιράζεται

κάθε τραγούδι

στη γη .

Είθε να φουντώνουν

τα τσαμπιά. Να τα

διαδίνει ο άνεμος.

Αμήν.